ελπίδα
Ελληνικά · Sinonime și antonime
AI Pe înțelesul tuturor
Se scrie o scurtă explicație…
Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.
ελπίδα¹
- elˈpi.ða
De unde vine
ελπίδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐλπίδα < αρχαία ελληνική ἐλπίς από την αιτιατική «τὴν ἐλπίδα» < → δείτε ἔλπω (κάνω κάποιον να ελπίζει)
substantiv ελπίδα · ελπίδες · ελπίδας · ελπίδων
- η προσδοκία ότι κάτι καλύτερο θα συμβεί ※ μόνη εκεί η Ελπίδα έμεινε μέσα, στο πιθάρι που δεν έσπασε, στα χείλη του, κι έξω δεν πέταξε, γιατί με τη θέληση του Δία ξαναμπήκε το πώμα (Ησίοδος, Έργα και Ημέραι, 95, για την Πανδώρα, μετάφραση)
- ή έννοια/κατάσταση ή το πολύτιμο πρόσωπο που ενσαρκώνει την προσδοκία για κάτι θετικό Το λαχείο είναι η τελευταία μου ελπίδα.
Opus: απελπισία
Ελπίδα²
De unde vine
Ελπίδα < ελπίδα → λείπει η ετυμολογία
substantiv propriu Ελπίδα
- γυναικείο όνομα
Sinonime și antonime
substantiv
Opus: απελπισία
În engleză
Discută despre acest cuvânt "ελπίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ελπίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B1 "ελπίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B1.Citează
@misc{micwyn_2026,
title = {ελπίδα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}