ενδυματολόγιο
Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
ενδυματολόγιο
מאיפה זה בא
ενδυματολόγιο < → λείπει η ετυμολογία
שם עצם ενδυματολόγιο · ενδυματολόγια · ενδυματολόγιου · ενδυματολογίου · ενδυματολόγιων · ενδυματολογίων
- το σύνολο των ρούχων που χρησιμοποιούνται σε θεατρική παράσταση ή κινηματογραφική ταινία
- το σύνολο των ρούχων που παράγονται από έναν οίκο μόδας
-
το σύνολο των ενδυμάτων κάποιου
דומה: γκαρνταρόμπα
באנגלית
- wardrobe costume department
לדבר על המילה הזו "ενδυματολόγιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CF%85%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. ενδυματολόγιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CF%85%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF "ενδυματολόγιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CF%85%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {ενδυματολόγιο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CF%85%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}