מיקווין

ενδυματολόγιο

Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

ενδυματολόγιο

מאיפה זה בא

ενδυματολόγιο < → λείπει η ετυμολογία

שם עצם ενδυματολόγιο · ενδυματολόγια · ενδυματολόγιου · ενδυματολογίου · ενδυματολόγιων · ενδυματολογίων

  1. το σύνολο των ρούχων που χρησιμοποιούνται σε θεατρική παράσταση ή κινηματογραφική ταινία
  2. το σύνολο των ρούχων που παράγονται από έναν οίκο μόδας
  3. το σύνολο των ενδυμάτων κάποιου

    דומה: γκαρνταρόμπα

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"ενδυματολόγιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CF%85%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ενδυματολόγιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CF%85%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF

Chicago

"ενδυματολόγιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CF%85%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ενδυματολόγιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CF%85%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}