मिकविन

ενεργητικό

Ελληνικά

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

ενεργητικό

यह कहाँ से आया

ενεργητικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ενεργητικός

संज्ञा ενεργητικό · ενεργητικά · ενεργητικού · ενεργητικών

  1. λογιστική η συνολική αξία της περιουσίας και των απαιτήσεων μιας επιχείρησης σε αντίθεση με τις υποχρεώσεις της, το παθητικό ※ Ενεργητικό = Περιουσιακά στοιχεία + Απαιτήσεις + Χρηματικά Διαθέσιμα
  2. όλες οι αρετές και θετικές ενέργειες κάποιου που του δίνουν αξία στα μάτια των άλλων

विशेषण ενεργητικό · ενεργητικά · ενεργητικού · ενεργητικών

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του ενεργητικός
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ενεργητικός

अंग्रेज़ी में

  • asset something or someone of any value
  • assets the left side of a balance sheet

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"ενεργητικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ενεργητικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C

Chicago

"ενεργητικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ενεργητικό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}