εντρυφώ
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εντρυφώ
- en.dɾiˈfo
Where it comes from
εντρυφώ < αρχαία ελληνική ἐντρυφάω / ἐντρυφῶ < ἐν + τρυφάω / τρυφῶ < τρυφή < θρύπτω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dhreus- (θραύω, σπάω)
verb εντρυφώ · εντρυφούσα · θα εντρυφώ · να εντρυφώ · εντρυφώντας
- βρίσκω ευχαρίστηση σε κάτι, αισθάνομαι απόλαυση ασχολούμενος με κάτι ※ Όσο περισσότερο εντρυφούμε σε μια τέχνη τόσο εντείνεται η απόλαυση που μας προσφέρει. Και δεν εννοώ ότι η ευχαρίστησή μας μεγαλώνει, γιατί αυτοθαυμαζόμαστε επαινώντας τον εαυτό μας, που είμαστε τόσο έξυπνοι και εκλεκτικοί. Όχι, εννοώ ότι η ίδια η εμπειρία της επαφής που έχει κανείς με ένα έργο τέχ
Similar: απολαμβάνω, ευχαριστιέμαι
Thesaurus
verb
Similar: απολαμβάνω, ευχαριστιέμαι
Talk about this word "εντρυφώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CF%85%CF%86%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. εντρυφώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CF%85%CF%86%CF%8E "εντρυφώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CF%85%CF%86%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εντρυφώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CF%85%CF%86%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}