εξάρτηση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εξάρτηση

  • eˈksaɾ.ti.si

Where it comes from

εξάρτηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξάρτησις < ἐξαρτῶ

noun εξάρτηση · εξαρτήσεις · εξάρτησης · εξαρτήσεων

  1. το κρέμασμα το σημείο εξάρτησης ενός εκκρεμούς
  2. η κατάσταση κατά την οποία είσαι εξαρτημένος από κάποιον ή κάτι για την ικανοποίηση των αναγκών σου. η εξάρτηση του παιδιού από τη μητέρα του

    Opposite: αυτονομία, αυτάρκεια

  3. η υποταγή σε κάποιον ισχυρότερο το κόμμα μας αντιστέκεται στην εξάρτηση της χώρας

    Opposite: ανεξαρτησία

  4. ο εθισμός η εξάρτηση από τη νικοτίνη
  5. συντακτικό η ιεραρχική σχέση μεταξύ συντακτικών όρων. η εξάρτηση της δευτερεύουσας πρότασης από την κύρια πρόταση"

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"εξάρτηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εξάρτηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"εξάρτηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εξάρτηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}