εξετάζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εξετάζω
- e.kseˈta.zo
Where it comes from
εξετάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξετάζω < ἐξ + ἐτάζω
: για τη σημασία «ελέγχω, συγκεντρώνω πληροφορίες» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική examiner
verb εξετάζω · εξέτασα · εξετάζομαι · εξετάστηκα · εξετασμένος
- κοιτάζω κάτι με προσοχή ≈ συνώνυμα: περιεργάζομαι
- ελέγχω προσπαθώντας να το γνωρίσω και να το κατανοήσω
- υποβάλλω σε γραπτές ή προφορικές ερωτήσεις κάποιον, προκειμένου να βεβαιωθώ ότι κατέχει το γνωστικό αντικείμενο που διδάχτηκε
- προσπαθώ να διαγνώσω την κατάσταση της υγείας κάποιου
- ρωτάω κάποιον συστηματικά, για να διαπιστώσω τι ακριβώς έχει γίνει
- πραγματεύομαι
In English
Talk about this word "εξετάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%84%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. εξετάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%84%CE%AC%CE%B6%CF%89 "εξετάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%84%CE%AC%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εξετάζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%84%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}