επίδικος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
επίδικος¹
Where it comes from
επίδικος <αρχαία ελληνική ἐπίδικος < ἐπί + δίκη (3. σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική litigieux)
adjective επίδικος · επίδικη · επίδικο · επίδικου · επίδικης
- που βρίσκεται στην κρίση του δικαστηρίου, για υπόθεση, δικαίωμα ή πράγμα του οποίου η νομική τύχη δεν έχει ακόμη κριθεί, επειδή εκκρεμεί ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου
- που διεκδικείται στο δικαστήριο, σε δίκη, που χαρακτηρίζει αντικείμενο ή αξίωση που αποτελεί αντικείμενο δικαστικής διεκδίκησης μεταξύ αντιδίκων
-
που αναφέρεται σε ζήτημα ή θέμα που έχει προκαλέσει έντονη διαφωνία ή σύγκρουση απόψεων, ανεξάρτητα από την ύπαρξη δικαστικής διαδικασίας
Similar: επίμαχος
Similar: αμφισβητούμενος, διεκδικούμενος
Επίδικος²
Where it comes from
Επίδικος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Επίδικος
- ανδρικό όνομα
Thesaurus
adjective
Similar: αμφισβητούμενος, διεκδικούμενος
In English
- litigious of or relating to litigation
Talk about this word "επίδικος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. επίδικος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82 "επίδικος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {επίδικος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}