επίθετο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

επίθετο

  • eˈpi.θe.to

Where it comes from

επίθετο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίθετον, ουδέτερο του ἐπίθετος < ρήμα ἐπιτίθημι, (προσθέτω κάτι)

:* για το επώνυμο < αρχαία ελληνική σημασία: πρόσθετος, ελληνιστική φράση «ἐπίθετον ὄνομα», σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική surnom

:* για τη λέξη που συνοδεύει όνομα < λόγιο δάνειο από τη γαλλική épithète ή από τη νεολατινική epitheton

noun επίθετο · επίθετα · επιθέτου · επίθετου · επιθέτων

  1. γραμματική κλιτή λέξη που χαρακτηρίζει το ουσιαστικό, φανερώνοντας κάποια ποιότητα ή ιδιότητά του
  2. ουσιαστικό ή επίθετο που συνοδεύει συχνά το όνομα κάποιου Ένα ομηρικό επίθετο του Δία είναι «νεφεληγερέτης».

    Similar: προσωνύμιο, μετωνυμία, αντονομασία

  3. για το οικογενειακά επίθετα

adjective επίθετο · επίθετα · επιθέτου · επίθετου · επιθέτων

  1. αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του επίθετος
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του επίθετος

In English

  • adjective (grammar) a word that modifies a noun or describes a noun’s referent
  • surname name that indicates family
  • epithet term used to characterize a person or thing
  • cognomen surname

Talk about this word

Cite this
MLA

"επίθετο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B8%CE%B5%CF%84%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επίθετο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B8%CE%B5%CF%84%CE%BF

Chicago

"επίθετο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B8%CE%B5%CF%84%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επίθετο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%B8%CE%B5%CF%84%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}