επίκεντρο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
επίκεντρο
- eˈpi.cen.dɾo
Where it comes from
επίκεντρο < επί- + κεντρο, όπως (ελληνιστική κοινή), ουδέτερο του ἐπίκεντρος < ἐπί + αρχαία ελληνική κέντρον < κεντέω / κεντῶ
: για τη γεωλογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική épicentre < αρχαία ελληνική ἐπί + κέντρον
: η μεταφορική σημασία < λόγιο ενδογενές δάνειο: (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική epicenter < αρχαία ελληνική ἐπί + κέντρον
noun επίκεντρο · επίκεντρα · επίκεντρου · επικέντρου · επίκεντρων · επικέντρων
- το σημείο της γήινης επιφάνειας που βρίσκεται ακριβώς από πάνω (σε κατακόρυφη διάταξη από το υπόκεντρο της σεισμικής εστίας)
- το κεντρικό, το βασικό σημείο μιας δραστηριότητας, ενέργειας, ενδιαφέροντος κ.λπ.
In English
- epicentre point above earthquake
Talk about this word "επίκεντρο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. επίκεντρο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF "επίκεντρο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {επίκεντρο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}