επίπλαστος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
επίπλαστος
- eˈpi.pla.stos
Where it comes from
επίπλαστος < ελληνιστική κοινή ἐπίπλαστος < ἐπί + αρχαία ελληνική πλαστός < πλάθω
adjective επίπλαστος · επίπλαστη · επίπλαστο · επίπλαστου · επίπλαστης
- ψεύτικος, προσποιητός ※ Αυτό, πιστεύουμε, είναι μια βασική διαφορά και επιβεβαιώνει τις υποψίες μας για ωραιοποίηση των ποικίλων καταστάσεων που βιώνει το παιδί. Αυτή βέβαια η ωραιοποίηση δεν είναι χωρίς κινδύνους, εφόσον δημιουργεί μια επίπλαστη και ιδεατή εικόνα για τον κόσμο στον οποίο ζούμε. (Γεώργιος Δ. Παπαντωνάκης
In English
- artificial false, misleading
Talk about this word "επίπλαστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. επίπλαστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82 "επίπλαστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {επίπλαστος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AF%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}