επαγωγικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

επαγωγικός

  • e.pa.ɣo.ʝiˈkos

Where it comes from

επαγωγικός <

:* για τη σημασία στη λογική < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπαγωγικός < αρχαία ελληνική ἐπαγωγ(ή) + -ικός

:* για τη σημασία στη φυσική < επαγωγ(ή) + -ικός

adjective επαγωγικός · επαγωγική · επαγωγικό · επαγωγικού · επαγωγικής

  1. λογική συλλογισμός που ξεκινάει από το ειδικό, το μερικό και οδηγείται σε κάτι γενικό

    Opposite: παραγωγικός

  2. φυσική που σχετίζεται με την επαγωγή ή αναφέρεται σ' αυτήν επαγωγικό ρεύμα, πηνίο, κύκλωμα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"επαγωγικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επαγωγικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"επαγωγικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επαγωγικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}