παραγωγικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παραγωγικός
- pa.ɾa.ɣo.ʝiˈkos
Where it comes from
παραγωγικός (μαρτυρείται από το 1836) < παραγωγ(ή) + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική productif
:* για τη σημασία στη λογική < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική déductif
:* για τη σημασία στη γραμματική) < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική derivational
adjective παραγωγικός · παραγωγική · παραγωγικό · παραγωγικού · παραγωγικής
- ο σχετικός με την παραγωγή
- αυτός του οποίου η παραγωγή έχει απόδοση
- δημιουργικός
-
συλλογισμός που ξεκινάει από το γενικό και καταλήγει στο μερικό, σε λεπτομέρειες.
Opposite: επαγωγικός
- που χρησιμοποιείται στην παραγωγή νέων λέξεων παραγωγικό επίθημα
In English
- deductive of, pertaining to, or based on deduction
Talk about this word "παραγωγικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. παραγωγικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "παραγωγικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παραγωγικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}