Μίκουιν

επανδρώνω

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

επανδρώνω

Από πού έρχεται

επανδρώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπανδρ(ῶ) (συνηρημένος τύπος του ἐπανδρόω) + -ώνω (σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική man)

ρήμα επανδρώνω · επάνδρωσα · επανδρώνομαι · επανδρώθηκα · επανδρωμένος

  1. στελεχώνω, εφοδιάζω με το κατάλληλο προσωπικό

Στα αγγλικά

  • man to supply with staff or crew
  • crew to supply workers or sailors for a crew
  • staff to supply with employees

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"επανδρώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επανδρώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89

Chicago

"επανδρώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επανδρώνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}