επικεφαλίδα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

επικεφαλίδα

  • e.pi.ce.faˈli.ða

Where it comes from

επικεφαλίδα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπικεφαλίς, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική en-tête (μαρτυρείται από το 1882)

noun επικεφαλίδα · επικεφαλίδες · επικεφαλίδας · επικεφαλίδων

  1. αυτό που αναγράφεται στην κορυφή ενός κειμένου, ενός πίνακα, μιας επιστολής κ.λπ.
  2. προγραμματισμός οι δηλώσεις πάνω από το κύριο μέρος (το σώμα) μιάς σύνθετης δομής προγραμματισμού, όπως σε μία υποθετική εντολή (πχ. εντολή if), σε έναν βρόχο (πχ. εντολή while), σε μιά συνάρτηση ή μέθοδο (βλ. επικεφαλίδα συνάρτησης), σε μιά κλάση, κλπ. Στον βρόχο: while ( <συνθήκη> ) { ... <σώμα> ... }, η δήλωση while ( <συνθήκη> ), λέγεται επικεφαλίδα και οι περιεχόμενες εντολές στις αγκύλες σώμα

    Opposite: σώμα

Similar: τίτλος

Thesaurus

noun

Similar: τίτλος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"επικεφαλίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επικεφαλίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1

Chicago

"επικεφαλίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επικεφαλίδα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}