επικύρωση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
επικύρωση
- e.piˈci.ɾo.si
Where it comes from
επικύρωση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπικύρω(σις) + -ση < ἐπικυρόω. Συγχρονικά αναλύεται σε επί- + κύρωση.
noun επικύρωση · επικυρώσεις · επικύρωσης · επικυρώσεων
- η επίσημη και οριστική έγκριση νόμων, αποτελεσμάτων, αποφάσεων από την αρμόδια αρχή Η αντιπολίτευση ζητεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να μην προχωρήσει στην επικύρωση του νέου νόμου.
- η θεώρηση της γνησιότητας ή της ακρίβειας εγγράφου ή αντιγράφου· η σήμανση εγγράφου ή αντιγράφου που το καθιστά έγκυρο και αποδεκτό επικύρωση φωτοαντιγράφου ή διαβατηρίου
- η διαβεβαίωση
In English
- sanction approval, by an authority, that makes something valid
Talk about this word "επικύρωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8D%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. επικύρωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8D%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7 "επικύρωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8D%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {επικύρωση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8D%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}