मिकविन

επισφάλεια

Ελληνικά · पर्यायवाची और विलोम

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

επισφάλεια

यह कहाँ से आया

επισφάλεια < επισφαλής + -ια < αρχαία ελληνική ἐπισφαλής < ἐπί + σφάλλω

संज्ञा επισφάλεια · επισφάλειες · επισφάλειας · επισφαλειών

  1. κατάσταση ανασφάλειας και αβεβαιότητας, που προκαλεί ανησυχία

    मिलते-जुलते: αβεβαιότητα, ανασφάλεια

  2. οικονομία χρέος που είναι αβέβαιο αν θα εισπραχθεί Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, καθώς οι δανειολήπτες δεν μπορούν να πληρώσουν, οι τράπεζες γράφουν ολοένα και μεγαλύτερες επισφάλειες και η ρευστότητα στην αγορά τελικά δεν αυξάνεται. (*)

अंग्रेज़ी में

  • precarity condition of existence without predictability or security; an instance of this

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"επισφάλεια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επισφάλεια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1

Chicago

"επισφάλεια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επισφάλεια},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}