επιτήδειος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

επιτήδειος¹

  • e.piˈti.ði.os

Where it comes from

επιτήδειος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιτήδειος (κατάλληλος για κάποιο σκοπό) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική habile)

adjective επιτήδειος · επιτήδεια · επιτήδειο · επιτήδειου · επιτήδειας

  1. επιδέξιος, ικανός, κατάλληλος σε έναν τομέα
  2. broadly, κατ’ επέκταση ο απατεώνας, κάποιος που εκμεταλλεύεται την αφέλεια ή την άγνοια των άλλων, για να κερδίσει χρήματα ή για άλλους σκοπούς ※ Με τη μέθοδο της απασχόλησης επιτήδειοι έκλεψαν 80χρονο. (@ekalampaka.gr)

Similar: επιδέξιος, διπλωματικός, καπάτσος, καταφερτζής, μπαγάσας, μπαγαπόντης

Επιτήδειος²

Where it comes from

Επιτήδειος < επιτήδειος

proper noun Επιτήδειος · Επιτηδείου · Epitideios

  1. ανδρικό επώνυμο

Thesaurus

In English

  • expert extraordinarily capable or knowledgeable

Talk about this word

Cite this
MLA

"επιτήδειος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%AE%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επιτήδειος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%AE%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%82

Chicago

"επιτήδειος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%AE%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επιτήδειος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%AE%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}