μπαγάσας
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μπαγάσας
- baˈɣa.sas
Where it comes from
μπαγάσας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπαγάσα (πόρνη) < ιταλική bagascia (πουτανίτσα)
noun μπαγάσας · μπαγάσες · μπαγάσηδες · μπαγάσα · —μπαγάσηδων
-
άνθρωπος που πετυχαίνει αυτό που θέλει με πονηρό τρόπο
Όλο δικαιολογίες και ψευτιές μου έλεγε ο μπαγάσας. Με δούλευε ψιλό γαζί κι εγώ τα έχαφτα.
Similar: κατεργαράκος, επιτήδειος
- άνθρωπος που πετυχαίνει το σκοπό του με ατιμίες ※ Αυτοί που γλύτωσαν ήταν οι Λιφιεράκηδες. Τζερεμέδες και παραβατικοί, μαθημένοι να δυσπιστούν. Έβαλαν τσιλιαδόρο στο έμπα του χωριού, που όταν είδε τα σκούρα έτρεξε και τους ειδοποίησε. Και σκορπίστηκαν οι μπαγάσηδες χωρίς να ειδοποιήσουν κανέναν, ούτε τους οργανοπαίκτες, που οι Γερμανοί φεύγοντας
Talk about this word "μπαγάσας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%83%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μπαγάσας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%83%CE%B1%CF%82 "μπαγάσας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%83%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μπαγάσας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%83%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}