μπαγάσας

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μπαγάσας

  • baˈɣa.sas

Where it comes from

μπαγάσας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπαγάσα (πόρνη) < ιταλική bagascia (πουτανίτσα)

noun μπαγάσας · μπαγάσες · μπαγάσηδες · μπαγάσα · —μπαγάσηδων

  1. familiar, ironic, οικείο, ειρωνικό, με θαυμασμό άνθρωπος που πετυχαίνει αυτό που θέλει με πονηρό τρόπο Όλο δικαιολογίες και ψευτιές μου έλεγε ο μπαγάσας. Με δούλευε ψιλό γαζί κι εγώ τα έχαφτα.

    Similar: κατεργαράκος, επιτήδειος

  2. offensive, υβριστικό άνθρωπος που πετυχαίνει το σκοπό του με ατιμίες ※ Αυτοί που γλύτωσαν ήταν οι Λιφιεράκηδες. Τζερεμέδες και παραβατικοί, μαθημένοι να δυσπιστούν. Έβαλαν τσιλιαδόρο στο έμπα του χωριού, που όταν είδε τα σκούρα έτρεξε και τους ειδοποίησε. Και σκορπίστηκαν οι μπαγάσηδες χωρίς να ειδοποιήσουν κανέναν, ούτε τους οργανοπαίκτες, που οι Γερμανοί φεύγοντας

Talk about this word

Cite this
MLA

"μπαγάσας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%83%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μπαγάσας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%83%CE%B1%CF%82

Chicago

"μπαγάσας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%83%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μπαγάσας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%83%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}