εργάτης
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εργάτης¹
- eɾˈɣa.tis
Where it comes from
εργάτης < ελληνιστική κοινή ἐργάτης (αρχαία σημασία: γεωργός)
noun εργάτης · εργάτες · εργάτη · εργατών
- αυτός που προσφέρει την εργασία του σε κάποιον σε εργοδότη έναντι αμοιβής
- ο εργαζόμενος που αμείβεται με το μεροκάματο
- αυτός που μοχθεί για να προσφέρει ένα έργο εργάτης του πνεύματος
- το βαρούλκο, ή βίντσι
- άλλες μορφές: αργάτης
- ο μικρός μηχανισμός έλξης με ανέμη που τοποθετείται μπροστά από οχήματα, τύπου τζιπ, ή σε οχήματα ειδικών εργασιών π.χ. πυροσβεστικών, οδικής βοήθειας, μετακομίσεων κ.λπ.
- κοινό θηλυκό μυρμήγκι σε αντίθεση με τα κανονικά αρσενικά και θηλυκά.
Εργάτης²
Where it comes from
Εργάτης < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Εργάτης · Εργάτηδες · Εργάτη · Εργάτηδων
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "εργάτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. εργάτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82 "εργάτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εργάτης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}