εργάτης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εργάτης¹

  • eɾˈɣa.tis

Where it comes from

εργάτης < ελληνιστική κοινή ἐργάτης (αρχαία σημασία: γεωργός)

noun εργάτης · εργάτες · εργάτη · εργατών

  1. επάγγελμα αυτός που προσφέρει την εργασία του σε κάποιον σε εργοδότη έναντι αμοιβής
  2. especially, ειδικότερα ο εργαζόμενος που αμείβεται με το μεροκάματο
  3. general, γενικότερα αυτός που μοχθεί για να προσφέρει ένα έργο εργάτης του πνεύματος
  4. idiomatic, ναυτικός όρος, ιδιωματισμός το βαρούλκο, ή βίντσι
  5. άλλες μορφές: αργάτης
  6. idiomatic, μηχανολογία, ιδιωματισμός ο μικρός μηχανισμός έλξης με ανέμη που τοποθετείται μπροστά από οχήματα, τύπου τζιπ, ή σε οχήματα ειδικών εργασιών π.χ. πυροσβεστικών, οδικής βοήθειας, μετακομίσεων κ.λπ.
  7. especially, ειδικότερα κοινό θηλυκό μυρμήγκι σε αντίθεση με τα κανονικά αρσενικά και θηλυκά.

Εργάτης²

Where it comes from

Εργάτης < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Εργάτης · Εργάτηδες · Εργάτη · Εργάτηδων

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • hand servant, laborer, workman, trained for special duty; a performer
  • worker person who performs labor
  • laborer One who uses bodily strength to earn a wage
  • dayworker employee paid on an irregular basis

Talk about this word

Cite this
MLA

"εργάτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εργάτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"εργάτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εργάτης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}