ερμητικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ερμητικός

  • eɾ.mi.tiˈkos
  • eɾ.mi.tiˈci
  • eɾ.mi.tiˈko

Where it comes from

ερμητικός < (μαρτυρείται από το 1812) (αντιδάνειο) γαλλική hermétique < μεσαιωνική λατινική hermeticus < ελληνιστική κοινή Ἑρμῆς Τρισμέγιστος (Ερμής ο Τρισμέγιστος).

adjective ερμητικός · ερμητική · ερμητικό · ερμητικού · ερμητικής

  1. εντελώς κλειστός, που δεν μπορεί να παραβιαστεί

    Similar: αδιαπέραστος, στεγανός

  2. που χαρακτηρίζεται από αποκρυφισμό

    Similar: απόκρυφος

  3. που ασχολείται με θεολογικές και φιλοσοφικές θεωρίες οι οποίες αποδίδονται στον Ερμή Τριμέγιστο
  4. που αποκωδικοποιείται με δυσκολία

    Similar: γριφώδης, δυσερμήνευτος, δυσεξήγητος, σιβυλλικός

In English

  • hermetic pertaining to Hermes Trismegistus

Talk about this word

Cite this
MLA

"ερμητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ερμητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"ερμητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ερμητικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}