ερπετό
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ερπετό
- eɾ.pe'to
Where it comes from
ερπετό < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἑρπετόν
noun ερπετό · ερπετά · ερπετού · ερπετών
- ζώο της ομοταξίας τετράποδων σπονδυλωτών τα οποία κινούνται έρποντας, διότι τα μέλη τους έχουν ατροφήσει ή λείπουν, έχουν κυμαινόμενη θερμοκρασία σώματος, πνευμονική αναπνοή και δέρμα που καλύπτεται από λέπια η σαύρα είναι ερπετό
- για άνθρωπο ύπουλο ή κόλακα
In English
Talk about this word "ερπετό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. ερπετό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%8C "ερπετό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ερπετό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}