ερωμένη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ερωμένη¹
- e.ɾoˈme.ni
Where it comes from
ερωμένη < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐρωμένη < αρχαία ελληνική ἐρωμένη (αγαπημένη), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική amante. Παραβάλετε το αρσενικό ερωμένος.
noun ερωμένη · ερωμένες · ερωμένης · ερωμένων
- η γυναίκα που διατηρεί ερωτική σχέση, συνήθως με έγγαμμο ※ Μοναδική του σύμμαχος η χυμώδης τηλεοπτική περσόνα και ερωμένη του υφυπουργού Οικονομικών Έλλη Καμπάνη που αλλάζει στρατόπεδο εν μία νυκτί με ένα και μόνο στόχο: ν’ αποδείξει πως η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται καυτό, σαν την ίδια. (Θάνος Δραγούμης, Εντιμότατα λαμόγια, εκδ. Μεταίχμιο, 2017
- αυτή που διατηρεί παράνομη ή μη νομιμοποιημένη ερωτική σχέση με παντρεμένο → χρειάζεται παράθεμα
- η αγαπημένη ενασχόληση κάποιου → χρειάζεται παράθεμα
Ερωμένη²
Where it comes from
Ερωμένη < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Ερωμένη
- γυναικείο όνομα
In English
- lover one who loves another person
- mistress woman in extramarital relationship
- paramour person with whom one has an illicit or secret affair; one with whom a married pe
- sweetheart a person very much liked or loved by someone — see also darling, cutie
Talk about this word "ερωμένη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. ερωμένη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B7 "ερωμένη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ερωμένη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}