ετικέτα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ετικέτα

  • e.tiˈce.ta

Where it comes from

ετικέτα < (άμεσο δάνειο) ιταλική etichetta < γαλλική étiquette < μέση γαλλική estiquette < παλαιά γαλλική estiquette, < φραγκική *stikkan < πρωτογερμανική *stikaną / *stikōną *staikijaną < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *stig- / **steyg-

: για το πρωτόκολλο συμπεριφοράς < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική étiquette

: για την πληροφορική < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική tag

noun ετικέτα · ετικέτες · ετικέτας · ετικετών

  1. literally, κυριολεκτικά μικρό κομμάτι χαρτιού στο οποίο αναγράφονται συνοπτικές πληροφορίες κόλλησε στο φάκελο μια ετικέτα, για να μπορείς να θυμάσαι εύκολα τα περιεχόμενα
  2. figuratively, μεταφορικά στερεότυπος χαρακτηρισμός, η ταμπέλα δεν μου αρέσει να κολλάω ετικέτες στους ανθρώπους
  3. κανόνες καλής συμπεριφοράς

    Similar: πρωτόκολλο, σαβουάρ φερ, savoir faire

  4. πληροφορική tag: είναι η σήμανση (markup) που ορίζει ένα στοιχείο σε μια γλώσσα σήμανσης, όπως οι ετικέτες <h1> και </h1> στο στοιχείο: <h1>Μια επικεφαλίδα ... </h1> της HTML

In English

  • label small ticket or sign giving information
  • tag small label
  • etiquette customary behavior

Talk about this word

Cite this
MLA

"ετικέτα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ετικέτα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%84%CE%B1

Chicago

"ετικέτα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ετικέτα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}