ευάλωτος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ευάλωτος

  • eˈva.lo.tos
  • eˈva.lo.ti
  • eˈva.lo.to

Where it comes from

ευάλωτος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐάλωτος < εὖ + ἁλίσκομαι

adjective ευάλωτος · ευάλωτη · ευάλωτο · ευάλωτου · ευάλωτης

  1. που κυριεύεται εύκολα
  2. που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά κίνδυνο ή επίθεση ※ Ενα σχολείο με Ρομά, με μετανάστες, με ευάλωτους πληθυσμούς παραδίδει μαθήματα ένταξης, συμπερίληψης και δημοκρατίας.... Και το σχολείο που για άλλους ήταν αιτία να ζητήσουν μετάταξη, για εκείνον είναι ένα κήπος συνύπαρξης παιδιών και διαρκούς μαθήματος ανεκτικότητας, συμπερίληψης και διαπολιτισμο

    Similar: ευαίσθητος, τρωτός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ευάλωτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%AC%CE%BB%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ευάλωτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%AC%CE%BB%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"ευάλωτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%AC%CE%BB%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ευάλωτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%AC%CE%BB%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}