ευαρέσκεια
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ευαρέσκεια
Where it comes from
ευαρέσκεια < ευ- + αρέσκεια (πβ. αρχαία ελληνική εὐάρεσκος)
noun ευαρέσκεια · ευαρέσκειες · ευαρέσκειας · ευαρεσκειών
- η ευχαρίστηση ή η (ηθική) ικανοποίηση Οι κάτοικοι της επαρχίας ταύτης αφωσιωμένοι εις τα καθεστώτα, και πλήρη έγοντες ευαρέσκειαν διά την οποίαν απολαύουν αφ' ότου ανελαύετε τα ηνία της Κυβερνήσεως ησυχίαν, αποστρέφονται τα ολέθρια κινήματα των ραδιούργων εκείνων... (2/8/1831 *)
- η ηθική αμοιβή ή ο έπαινος που εκφράζεται από κάποιον προϊστάμενο ή ανώτερο
Similar: ευχαρίστηση, ικανοποίηση · Opposite: δυσαρέσκεια
Thesaurus
noun
Similar: ευχαρίστηση, ικανοποίηση · Opposite: δυσαρέσκεια
Talk about this word "ευαρέσκεια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B1%CF%81%CE%AD%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ευαρέσκεια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B1%CF%81%CE%AD%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%B1 "ευαρέσκεια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B1%CF%81%CE%AD%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ευαρέσκεια},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B1%CF%81%CE%AD%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}