ευεπηρέαστος
Ελληνικά · Συνώνυμα και αντώνυμα
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
ευεπηρέαστος
Από πού έρχεται
ευεπηρέαστος < ευ + επηρεάζω + -τος
επίθετο ευεπηρέαστος · ευεπηρέαστη · ευεπηρέαστο · ευεπηρέαστου · ευεπηρέαστης
- που επηρεάζεται εύκολα
Αντίθετο: ανεπηρέαστος, δυσεπηρέαστος
Συνώνυμα και αντώνυμα
επίθετο
Αντίθετο: ανεπηρέαστος, δυσεπηρέαστος
Στα αγγλικά
- impressionable easily influenced
Συζήτησε αυτή τη λέξη "ευεπηρέαστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B5%CF%80%CE%B7%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ευεπηρέαστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B5%CF%80%CE%B7%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82 "ευεπηρέαστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B5%CF%80%CE%B7%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {ευεπηρέαστος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B5%CF%80%CE%B7%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}