ευθανασία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ευθανασία

  • e.fθa.naˈsi.a

Where it comes from

ευθανασία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εὐθανασία (ευτυχισμένος, εύκολος θάνατος) < εὐθανατέω / εὐθανατῶ < εὐθάνατος < εὖ (ευ-) + αρχαία ελληνική θάνατος λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική euthanasia ή από τη γαλλική euthanasie < (ελληνιστική κοινή)

noun ευθανασία · ευθανασίες · ευθανασίας · ευθανασιών

  1. formal, λόγιο καλός, ανώδυνος, εύκολος θάνατος (η ελληνιστική σημασία)
  2. η εκούσια θανάτωση κάποιου (που υποφέρει συνήθως από μακροχρόνια ή και ανίατη ασθένεια) με τρόπο ήπιο ή ανώδυνο, ώστε να πάψουν οι πόνοι ή η εναγώνια προσμονή του θανάτου
  3. καταχρηστικά, η θανάτωση ζώων, όταν αυτή γίνεται με τρόπο ήπιο ή ανώδυνο ※ Ο συχνότερος λόγος που έκανε τους ιδιοκτήτες ή / και τους κτηνιάτρους να καταφεύγουν στην ευθανασία ήταν ο κίνδυνος μετάδοσης του παρασίτου (Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, 2009)

In English

  • euthanasia practice of killing a human being or animal

Talk about this word

Cite this
MLA

"ευθανασία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ευθανασία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1

Chicago

"ευθανασία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ευθανασία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}