ευνούχος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ευνούχος¹
- evˈnu.xos
Where it comes from
ευνούχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐνοῦχος < εὐνή + -οῦχος (-ούχος) (< ἔχω)
noun ευνούχος · ευνούχοι · ευνούχου · ευνούχων · ευνούχο · ευνούχους
- άντρας που έχει υποστεί ευνουχισμό, που του έχουν αφαιρέσει χειρουργικά τους όρχεις κατά την προεφηβική ηλικία
- άντρας που είχε υποστεί ευνουχισμό και χρησιμοποιούνταν ως φύλακας του χαρεμιού
Similar: εκτομίας, ευνουχισμένος, μουνουχισμένος, μουνούχος, τομίας, χαντούμης, καστράτος, ἀόρχης
Ευνούχος²
Where it comes from
Ευνούχος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Ευνούχος · Ευνούχου · Evnouchos
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
noun
Similar: εκτομίας, ευνουχισμένος, μουνουχισμένος, μουνούχος, τομίας, χαντούμης, καστράτος, ἀόρχης
In English
Talk about this word "ευνούχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ευνούχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%82 "ευνούχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ευνούχος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}