εφαρμογή
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εφαρμογή
- e.faɾ.moˈʝi
Where it comes from
εφαρμογή < εφ- (επί) + αρμογή < αρμόζω
noun εφαρμογή · εφαρμογές · εφαρμογής · εφαρμογών
- η ενέργεια κατά την οποία τοποθετούμε ή απλώνουμε κάτι σε μία επιφάνεια, το άπλωμα, ο απλωμός η εφαρμογή μιας αλοιφής ή μιας βεντούζας
- η κατάσταση κατά την οποία δύο διαφορετικά σώματα ή τμήματα ενός σώματος εφαρμόζουν το ένα με το άλλο, συνταιριάζουν ή ακουμπούν το ένα με το άλλο κατά τρόπο λειτουργικό υπάρχει ένα πρόβλημα στην εφαρμογή της πόρτας με την κάσα.
- η υλοποίηση η εφαρμογή μιας θεωρίας στην πράξη αναδεικνύει και τις όποιες αδυναμίες της.
- η αξιοποίηση μιας γενικής αρχής, μιας επιστημονικής θεωρίας - ανακάλυψης ή μιας δυνατότητας μια εφαρμογή του ηλεκτρομαγνητισμού συναντάμε στα σύγχρονα τρένα
- πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή για συγκεκριμένη εργασία
In English
- application the act of physically applying or laying on
- implementation process of moving an idea from concept to reality
- app small computer application
Talk about this word "εφαρμογή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. εφαρμογή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AE "εφαρμογή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εφαρμογή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}