εφαρμογή

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εφαρμογή

  • e.faɾ.moˈʝi

Where it comes from

εφαρμογή < εφ- (επί) + αρμογή < αρμόζω

noun εφαρμογή · εφαρμογές · εφαρμογής · εφαρμογών

  1. η ενέργεια κατά την οποία τοποθετούμε ή απλώνουμε κάτι σε μία επιφάνεια, το άπλωμα, ο απλωμός η εφαρμογή μιας αλοιφής ή μιας βεντούζας
  2. η κατάσταση κατά την οποία δύο διαφορετικά σώματα ή τμήματα ενός σώματος εφαρμόζουν το ένα με το άλλο, συνταιριάζουν ή ακουμπούν το ένα με το άλλο κατά τρόπο λειτουργικό υπάρχει ένα πρόβλημα στην εφαρμογή της πόρτας με την κάσα.
  3. η υλοποίηση η εφαρμογή μιας θεωρίας στην πράξη αναδεικνύει και τις όποιες αδυναμίες της.
  4. η αξιοποίηση μιας γενικής αρχής, μιας επιστημονικής θεωρίας - ανακάλυψης ή μιας δυνατότητας μια εφαρμογή του ηλεκτρομαγνητισμού συναντάμε στα σύγχρονα τρένα
  5. πληροφορική πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή για συγκεκριμένη εργασία

    Similar: λογισμικό, πρόγραμμα

In English

  • application the act of physically applying or laying on
  • implementation process of moving an idea from concept to reality
  • app small computer application

Talk about this word

Cite this
MLA

"εφαρμογή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εφαρμογή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AE

Chicago

"εφαρμογή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εφαρμογή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}