λογισμικό
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λογισμικό
Where it comes from
λογισμικό < λογισμός < λόγος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
noun λογισμικό · λογισμικά · λογισμικού · λογισμικών
- πρόγραμμα ή μέρος προγράμματος υπολογιστή και η σχετική τεκμηρίωση ένα υπολογιστικό σύστημα αποτελείται από το υλικό (hardware) και το λογισμικό
- το σύνολο των προγραμμάτων ενός υπολογιστή, συστήματος, εταιρίας ή οργανισμού γενικά το τμήμα μας είναι υπεύθυνο για την υποστήριξη του λογισμικού των κεντρικών συστημάτων
- προγράμματα υπολογιστών γενικά ασχολείται με τη συγγραφή λογισμικού
Thesaurus
In English
- software encoded computer instructions
Talk about this word "λογισμικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. λογισμικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C "λογισμικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λογισμικό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}