εύθικτος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εύθικτος

  • ˈe.fθi.ktos

Where it comes from

εύθικτος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὔθικτος (που αγγίζει στο σημείο, γρήγορος) & σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική touchy

adjective εύθικτος · εύθικτη · εύθικτο · εύθικτου · εύθικτης

  1. formal, λόγιο που θίγεται εύκολα, που συχνά θεωρεί προσβλητικά λόγια ή συμπεριφορές των άλλων απέναντί του, αυτός που παρεξηγείται εύκολα Ο Νίκος ήταν τόσο εύθικτος, που ακόμα και μια καλοπροαίρετη παρατήρηση την εκλάμβανε ως προσβολή.

Similar: ευαίσθητος, μυγιάγγιχτος, υπερευαίσθητος

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"εύθικτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εύθικτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"εύθικτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εύθικτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}