εύνοια
Ελληνικά · 類義語・対義語
AI わかりやすく
短い説明を書いています…
下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。
εύνοια¹
- ˈev.ni.a
由来
εύνοια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὔνοια < εὔνους < εὖ (εύ-) + νόος / νοῦς
名詞 εύνοια · εύνοιες · εύνοιας · ευνοιών
- μεροληπτική προτίμηση, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για προστασία ή υποστήριξη κάποιου από κάποιον ή κάτι που διαθέτει ισχύ ※ οι δικοί του τον θυμούνται ... ως τον υπαίτιο της οικονομικής δυστυχίας τους, σαν να έβαλε αυτογκόλ σε δυο κρίσιμους ποδοσφαιρικούς τελικούς: επί Δικτατορίας, που δεν αξιοποίησε την εύνοια της Χούντας που τον στράτευσε στην παντοδύναμη ΕΣΑ και αυτός λιποτάκτησε, και επί Δημοκρατίας, που δεν αξιοπο
Εύνοια²
由来
Εύνοια < → λείπει η ετυμολογία
固有名詞 Εύνοια
- γυναικείο όνομα
類義語・対義語
英語で
この単語について話す "εύνοια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. εύνοια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B1 "εύνοια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B1.引用する
@misc{micwyn_2026,
title = {εύνοια},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}