ζωγραφίζω
Ελληνικά · Synonymes et antonymes
AI En termes simples
Rédaction d'une courte explication…
Écrit par une IA maison à partir de l'entrée ci-dessous, dans votre langue. La source, c'est l'entrée elle-même.
ζωγραφίζω
- zo.ɣɾaˈfi.zo
D'où il vient
ζωγραφίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζωγραφίζω < αρχαία ελληνική ζωγραφ(έω, -ῶ) + -ίζω
verbe ζωγραφίζω · ζωγράφισα · ζωγραφίζομαι · ζωγραφίστηκα · ζωγραφισμένος
- σχεδιάζω γραμμές και/ή καλύπτω επιφάνειες με χρώματα, ώστε να δημιουργήσω μία ζωγραφική εικόνα, να αναπαραστήσω πρόσωπα ή πράγματα ή αφηρημένες εικόνες και να φέρω ένα αισθητικό αποτέλεσμα ※ 20ός/21ος αιώνας, ⌘ Σώτη Τριανταφύλλου, Το εργοστάσιο των μολυβιών, [μυθιστόρημα], αρχική έκδοση: 2000.
- είμαι ζωγράφος
-
εκτελώ με δεξιοτεχνία μια συγκεκριμένη εργασία
Πολύ ωραίο κείμενο αυτό που έστειλες στο περιοδικό. Ζωγράφισες πάλι!
Proches: γράφω
En anglais
Parler de ce mot "ζωγραφίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%89%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. ζωγραφίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%89%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B6%CF%89 "ζωγραφίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%89%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B6%CF%89.Citer
@misc{micwyn_2026,
title = {ζωγραφίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%89%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}