γράφω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γράφω
- ˈɣɾa.fo
Where it comes from
γράφω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γράφω
verb γράφω · γράφων · έγραψα · γράφομαι · γράφηκα · /
-
σχεδιάζω σύμβολα (γράμματα, αριθμούς) πάνω σε κάποια επιφάνεια
Τι γράφεις;
Similar: σημειώνω
-
φέρω κείμενο
Τι γράφει σήμερα η εφημερίδα;
Similar: λέω
- ετοιμάζω και στέλνω μια επιστολή Της έγραψε πολλές φορές αλλά δεν απάντησε.
- δέχομαι κάποιον ως μέλος ή ως μαθητή
-
ενεργώ ώστε κάποιος να γίνει μέλος ενός οργανισμού ή μαθητής/σπουδαστής ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος
Τον έγραψε σε μια ιδιωτική σχολή.
Similar: εγγράφω
- έχω σαν επάγγελμα τη σύνταξη βιβλίων Ο αδερφός του κερδίζει τη ζωή του γράφοντας.
- χρεώνω κάποιον, συνήθως για κάποια παράβαση νόμου Τον έγραψαν για παράνομη στάθμευση.
- αγνοώ επιδεικτικά την παράκληση ή τη συμβουλή κάποιου Του ζήτησα μια χάρη, αλλά αυτός με έγραψε κανονικά.
-
λέω κάτι πολυ επιτυχημένο
Τι ωραία ιδέα ήταν αυτή που είχες! Έγραψες πάλι!
Similar: ζωγραφίζω
- μεταβιβάζω μέσω διαθήκης, κληρονομώ
In English
Talk about this word "γράφω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. γράφω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%89 "γράφω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γράφω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}