ηγεμονία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ηγεμονία

  • i.ʝe.moˈni.a

Where it comes from

ηγεμονία < αρχαία ελληνική ἡγεμονία

noun ηγεμονία · ηγεμονίες · ηγεμονίας · ηγεμονιών

  1. το να ηγεμονεύει κανείς, να έχει τον έλεγχο της κατάστασης, να κυριαρχεί η οικονομική κρίση οδήγησε στην αμφισβήτηση της ηγεμονίας των νεοφιλελεύθερων ιδεών

    Similar: κυριαρχία, παντοδυναμία

  2. το κράτος ή η περιοχή που διοικείται από έναν ηγεμόνα Παραδουνάβιες Ηγεμονίες: Η Βλαχία και η Μολδαβία ως ημιαυτόνομες περιοχές που ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και διοικούνταν από έναν ηγεμόνα που διόριζε ο Σουλτάνος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ηγεμονία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B3%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ηγεμονία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B3%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B1

Chicago

"ηγεμονία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B3%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ηγεμονία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B3%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}