ηθική

Ελληνικά · Sinônimos e antônimos

AI Em palavras simples

Escrevendo uma explicação curta…

Escrito por uma IA da casa a partir do verbete abaixo, no seu idioma. A fonte é o próprio verbete.

ηθική

  • i.θiˈci

De onde vem

ηθική < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἠθική, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου ἠθικός και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική morale

substantivo ηθική · ηθικές · ηθικής · ηθικών

  1. γενικά σύνολο κανόνων και αξιών με τους οποίους ορίζεται τι επιτρέπεται, τι απαγορεύεται και τι οφείλουμε να κάνουμε στις σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους και στη σχέση μας με τη φύση, κανόνες συμπεριφοράς που επιβάλλει η κοινωνία
  2. γενικά η υποκειμενική αντίληψη κάποιου για ηθικά θέματα δεν μου επιτρέπει η ηθική μου, να κάνω τέτοιο πράγμα

    Parecidas: ηθικότητα

  3. φιλοσοφία κλάδος της φιλοσοφίας που ασχολείται με την κρίση, την αντίληψη και τις πράξεις των ανθρώπων σχετικά με τη διάκριση καλού και κακού, δίκαιου και άδικου
  4. φιλοσοφία συγκεκριμένη διδασκαλία ηθικής η χριστιανική ηθική, η κομφουκιανιστική ηθική

adjetivo ηθική · ηθικές · ηθικής · ηθικών

  1. accusative, feminine, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηθικός

Em inglês

  • morality recognition of or obedience to the rules of right conduct
  • ethics study of principles governing right and wrong conduct

Conversar sobre esta palavra

Citar
MLA

"ηθική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ηθική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CE%AE

Chicago

"ηθική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ηθική},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}