ημικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ημικός
Where it comes from
ημικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική emic < phonemic < phoneme < αρχαία ελληνική φώνημα < φωνέω < φωνή
adjective ημικός · ημική · ημικό · ημικού · ημικής
- που σχετίζεται με τον αυτοπροσδιορισμό ενός ατόμου ή λαού, με την αντίληψη που έχουν τα μέλη μιας πολιτισμικής ή εθνικής ομάδας για τον εαυτό τους ※ Οι ελληνόφωνοι του Βυζαντίου, ωστόσο, αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρωμαίοι και όχι ως Έλληνες. Παρότι ορισμένες φορές ο αυτοπροσδιορισμός αυτός απορρίπτεται χωρίς πειστικά επιχειρήματα, είναι σημαντικό κάποιος να επιμείνει σε αυτόν καθώς αποτελεί την ημική αντίληψη των ελληνοφώνων του Βυζαντίου για την
Opposite: ητικός
Thesaurus
adjective
Opposite: ητικός
In English
- emic analyzing a culture from inside
Talk about this word "ημικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ημικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "ημικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ημικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}