ητικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ητικός
Where it comes from
ητικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική etic < phonetic < λατινική phoneticus < ελληνιστική κοινή φωνητικός < αρχαία ελληνική φωνέω < φωνή
adjective ητικός · ητική · ητικό · ητικού · ητικής
- που σχετίζεται με τον ετεροπροσδιορισμό ενός ατόμου ή λαού, με την αντίληψη που έχουν τα μέλη μιας άλλης / ξένης πολιτισμικής ή εθνικής ομάδας για το(ν) προς εξέταση άτομο ή λαό ※ Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ητική αντίληψη περί ταυτότητας είναι γενικώς άνευ σημασίας. Για παράδειγμα, σε συνθήκες στενής αλληλεπίδρασης δύο ομάδων όπου η μία είναι κυρίαρχη σε βάρος της άλλης, ενδέχεται η ητική αντίληψη της κυρίαρχης ομάδας για τη δεύτερη να επηρεάσει την ημική αντίληψη της δεύ
Opposite: ημικός
Thesaurus
adjective
Opposite: ημικός
In English
- etic analyzing a culture from outside
Talk about this word "ητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "ητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ητικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}