ηρεμιστικό
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ηρεμιστικό
Where it comes from
ηρεμιστικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του ηρεμιστικός < ηρεμώ
noun ηρεμιστικό
- φάρμακο που επιδρά ηρεμιστικά, που καταπραΰνει ψυχολογικές εξάρσεις και έντονα συναισθήματα ※ «Σου λέω έχουν αποτρελαθεί οι άνθρωποι. Μόνο ο ζουρλομανδύας τους λείπει », επέμεινε εκείνη. « Αν ήμουν υπουργός Υγείας, θα παράγγελνα εκατομμύρια από δαύτους. Αντί για εμβόλια γρίπης ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο προμηθεύονται κάθε τόσο, θα αγόραζα μερικά εκατομμύρια ζουρλομανδύες. Και ηρεμιστικά, τό
adjective ηρεμιστικό
- αιτιατική ενικού του ηρεμιστικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ηρεμιστικός
In English
- tranquilizer drug used to reduce anxiety or tension
- sedative an agent or drug that sedates
Talk about this word "ηρεμιστικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B7%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. ηρεμιστικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C "ηρεμιστικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ηρεμιστικό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}