θάλασσα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
θάλασσα¹
- ˈθa.la.sa
- ˈθa.ɫa.sa
Where it comes from
θάλασσα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θάλασσα, για ορισμένες έννοιες
noun θάλασσα · θάλασσες · θάλασσας · θαλάσσης · θαλασσών
- το σύνολο του αλμυρού νερού που καλύπτει την επιφάνεια της Γης
- θαλάσσιο τμήμα που συνδέεται με έναν ωκεανό Κατηγορία:Θάλασσες (νέα ελληνικά) στο Βικιλεξικό
- η επιφάνεια της θάλασσας
- η θαλασσοταραχή Ξεκινήσαμε για ψάρεμα με τη βάρκα αλλά βρήκαμε πολύ θάλασσα και γυρίσαμε πίσω.
- έκταση στην επιφάνεια της Σελήνης που με το τηλεσκόπιο φαίνεται σκοτεινότερη και πιο επίπεδη από τα εδάφη που την περιβάλλουν
- το πλήθος, πολύς θάλασσα ανθρώπων (ανθρωποθάλασσα, λαοθάλασσα)
- οι επιχειρηματικές δραστηριότητες που σχετίζονται με τη θάλασσα, η ναυτιλία ※ Μέσα στην πανδημία, ούτε οι τράπεζες ήθελαν να επενδύσουν σε καινούριο τονάζ ούτε οι πλοιοκτήτες ή τα funds είχαν τη διάθεση να επενδύσουν στη θάλασσα. (Σίμος Παληός, Μάκης Προβατάς, Η θάλασσα είναι δρόμος. Για την ελληνική ναυτοσύνη του χτες και του αύριο, εκδ. Πατάκης, 2025)
Θάλασσα²
Where it comes from
Θάλασσα < → λείπει η ετυμολογία / γενική ενικού του αρσενικού Θάλασσας
proper noun Θάλασσα · Thalassa
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Θάλασσας)
Thesaurus
In English
Talk about this word "θάλασσα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. θάλασσα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%B1 "θάλασσα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {θάλασσα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}