θάνατος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
θάνατος¹
- ˈθa.na.tos
Where it comes from
θάνατος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θάνατος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰnh₂-
noun θάνατος · θάνατοι · θανάτου · θανάτων · θάνατο · θανάτους
- η οριστική παύση των ζωτικών λειτουργιών ενός οργανισμού: αναπνοή, πέψη, λειτουργία του νευρικού συστήματος αιφνίδιος θάνατος
- το τέλος, ο αφανισμός ο θάνατος του ελεύθερου εμπορίου
- γεγονός επιζήμιο, δυσάρεστο ή οδυνηρό
Similar: αποβίωση, εκδημία, αποδήμηση, αποδημία, αποθαμός, αποπέθαμα, εντροπία, εντροπισμός, θανή, κακάρωμα, ξεψύχισμα, πέθαμα, πεθαμός, τελευτή, χάρος, ψόφος · Opposite: γέννηση, ζωή
Θάνατος²
Where it comes from
Θάνατος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Θάνατος
- ανδρικό όνομα
Thesaurus
In English
Talk about this word "θάνατος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. θάνατος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82 "θάνατος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {θάνατος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}