θάρρος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

θάρρος

  • ˈθa.ɾos

Where it comes from

θάρρος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θάρρος, αττικός τύπος του θάρσος

noun θάρρος · θάρρη · θάρρητα · θάρρους

  1. η δύναμη που έχει κάποιος να αντιμετωπίζει επικίνδυνες καταστάσεις είτε χωρίς φόβο ή υπερνικώντας τον ※ -Γαβ! γαβ! κλέπτης! φωνάζει άξαφνα ο Νέστωρ. Πού είναι ο κλέπτης; Είναι ένας ποντίκαρος φορτωμένος με εν στάχυ. Κατ’ αρχάς έτρεξε να κρυφθή καταφοβισμένος˙ αλλ’ άμα είδε, ότι δεν τον έφθανε ο φύλαξ, επήρε θάρρος. –Πού έκοψες αυτό το στάχυ; τον ερωτά με θυμό ο Νέστωρ. (Γεώργιος Βιζυηνός, Ο κλέπτης,
  2. στις κοινωνικές σχέσεις η υπερβολική (με την κακή έννοια), ενοχλητική και κακή οικειότητα

Similar: ανδρεία, αντρειοσύνη, κουράγιο, τόλμη · Opposite: ανανδρία, ατολμία, δειλία, διστακτικότητα, λιποψυχία, φόβος

Thesaurus

In English

  • courage quality of a confident character

Talk about this word

Cite this
MLA

"θάρρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AC%CF%81%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

θάρρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AC%CF%81%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"θάρρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AC%CF%81%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {θάρρος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%AC%CF%81%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}