φόβος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φόβος¹

  • ˈfo.vos

Where it comes from

φόβος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φόβος (πανικός)

noun φόβος · φόβοι · φόβου · φόβων · φόβο · φόβους

  1. το δυσάρεστο συναίσθημα που προκαλεί η συνειδητοποίηση ή η φαντασίωση ενός επικείμενου κινδύνου ※ έψαξε πάλι γύρω, δεν μπορεί κάτι θα υπήρχε να χτυπήσει το πεισματάρικο άτι. Η Ιππολύτη, λες και κατάλαβε πως ο αγριάνθρωπος χαλάρωσε την προσοχή του, σηκώθηκε απότομα στα δυο της πόδια χλιμιντρίζοντας μανιασμένη. Της τράβηξε εκείνος τα χάμουρα όσο πιο δυνατά του επέτρεπαν ο φόβος και το μεθύσι, πο
  2. το δέος απέναντι σε ανώτερες υπερφυσικές δυνάμεις φόβος θεού

Similar: τρόμος

Φόβος²

Where it comes from

Φόβος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Φόβος

  1. ελληνική μυθολογία μυθολογική θεότητα, προσωποποίηση του φόβου
  2. αστρονομία ο μεγαλύτερος δορυφόρος του πλανήτη Άρη, που ονομάζεται και Άρης I

Thesaurus

noun

Similar: τρόμος

In English

  • fear uncountable: emotion caused by actual or perceived danger or threat
  • flight act of fleeing
  • Phobos mythology

Talk about this word

Cite this
MLA

"φόβος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8C%CE%B2%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φόβος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8C%CE%B2%CE%BF%CF%82

Chicago

"φόβος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8C%CE%B2%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φόβος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CF%8C%CE%B2%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}