米克温

θλιβερός

Ελληνικά · 同义词与反义词

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

θλιβερός¹

它从哪里来

θλιβερός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική θλιβερός < αρχαία ελληνική θλίβ(ω) + -ερός

形容词 θλιβερός · θλιβερή · θλιβερό · θλιβερού · θλιβερής

  1. αυτός που προκαλεί θλίψη, στεναχώρια, δυσαρέσκεια Είναι θλιβερή η διαπίστωση της απώλειας.
  2. αυτός που χαρακτηρίζεται από δυστυχία κι εγκατάλειψη, προκαλώντας τον οίκτο Η θλιβερή ζωή των απόρων.

相近词: αξιολύπητος, δυσάρεστος, λυπηρός, οδυνηρός

Θλιβερός²

它从哪里来

Θλιβερός < θλιβερός

专有名词 Θλιβερός · Θλιβεροί · Θλιβερού · Θλιβερών · Θλιβερό · Θλιβερούς

  1. ανδρικό επώνυμο

同义词与反义词

英语

讨论这个词

引用
MLA

"θλιβερός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

θλιβερός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82

Chicago

"θλιβερός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {θλιβερός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}