ιδιαίτερο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ιδιαίτερο
Where it comes from
ιδιαίτερο < ουδέτερο του ιδιαίτερος
noun ιδιαίτερο · ιδιαίτερα · ιδιαίτερου · ιδιαίτερων
- μάθημα που γίνεται κυρίως σε ένα μόνο μαθητή και συνήθως στο σπίτι, σε αντιδιαστολή με μάθημα που γίνεται σε τάξη με περισσότερους μαθητές Κάνω και στα έξι μαθήματα των πανελλαδικών ιδιαίτερο, στα τρία όμως μαζί με μία άλλη κοπέλα, διότι είναι πιο οικονομικό. (*)
- η τουαλέτα, το μπάνιο
adjective ιδιαίτερο · ιδιαίτερα · ιδιαίτερου · ιδιαίτερων
- αιτιατική ενικού του ιδιαίτερος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ιδιαίτερος
Talk about this word "ιδιαίτερο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%AF%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. ιδιαίτερο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%AF%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF "ιδιαίτερο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%AF%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ιδιαίτερο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%AF%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}