ιδιαίτερο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ιδιαίτερο

Where it comes from

ιδιαίτερο < ουδέτερο του ιδιαίτερος

noun ιδιαίτερο · ιδιαίτερα · ιδιαίτερου · ιδιαίτερων

  1. μάθημα που γίνεται κυρίως σε ένα μόνο μαθητή και συνήθως στο σπίτι, σε αντιδιαστολή με μάθημα που γίνεται σε τάξη με περισσότερους μαθητές Κάνω και στα έξι μαθήματα των πανελλαδικών ιδιαίτερο, στα τρία όμως μαζί με μία άλλη κοπέλα, διότι είναι πιο οικονομικό. (*)
  2. familiar, οικείο η τουαλέτα, το μπάνιο

adjective ιδιαίτερο · ιδιαίτερα · ιδιαίτερου · ιδιαίτερων

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του ιδιαίτερος
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ιδιαίτερος

Talk about this word

Cite this
MLA

"ιδιαίτερο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%AF%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ιδιαίτερο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%AF%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF

Chicago

"ιδιαίτερο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%AF%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ιδιαίτερο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%AF%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}