ιδιαίτερος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ιδιαίτερος
- iˈði̯e.te.ɾos
Where it comes from
ιδιαίτερος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἰδιαίτερος, συγκριτικός βαθμός του ἴδιος
adjective ιδιαίτερος · ιδιαίτερη · ιδιαίτερο · ιδιαίτερου · ιδιαίτερης
- που ανήκει σε κάποιον, που είναι δικός του και τον χαρακτηρίζει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός ατόμου
- ξεχωριστός του έχω ιδιαίτερη αδυναμία
Similar: ειδικός, ξεχωριστός, χωριστός, προσωπικός, ιδιάζων
noun ιδιαίτερος · ιδιαίτερη · ιδιαίτερο · ιδιαίτερου · ιδιαίτερης
- ο προσωπικός γραμματέας κάποιου, πχ ενός υπουργού
Thesaurus
adjective
Similar: ειδικός, ξεχωριστός, χωριστός, προσωπικός, ιδιάζων
In English
- special of particular interest or value; certain; dear; beloved; favored
Talk about this word "ιδιαίτερος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%AF%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ιδιαίτερος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%AF%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82 "ιδιαίτερος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%AF%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ιδιαίτερος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%AF%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}