ισθμός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ισθμός

Where it comes from

ισθμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἰσθμός

noun ισθμός · ισθμοί · ισθμού · ισθμών · ισθμό · ισθμούς

  1. γεωγραφία στενή λωρίδα ξηράς που ενώνει δύο ξηρές και χωρίζει δύο θάλασσες μας βολεύει να διανοίγουμε τις διώρυγες σε ισθμούς
  2. figuratively, καταχρηστικά περιοχή στην οποία υπήρχε επώνυμος ισθμός(1) αλλά διανοίχτηκε διώρυγα ξεκίνησαν να ανοίγουν διώρυγα στον ισθμό του Σουέζ
  3. ανατομία δηλώνει το στενότερο σημείο οποιουδήποτε ιστού το στόμα εκτείνεται από τη στοματική σχισμή μέχρι τον ισθμό του φάρυγγα
  4. αν δεν αναφέρεται συγκεκριμένη τοποθεσία ο ισθμός της Κορίνθου τα διόδια στον ισθμό είναι κλειστά σήμερα

Opposite: διώρυγα, κανάλι, πορθμός

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ισθμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ισθμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"ισθμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ισθμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}