ιστορικό

Ελληνικά

AI Kwa maneno rahisi

Inaandika maelezo mafupi…

Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.

ιστορικό

Limetoka wapi

ιστορικό < ουδέτερο του επιθέτου ιστορικός ως ουσ.

nomino ιστορικό · ιστορικά · ιστορικού · ιστορικών

  1. η εξιστόρηση ενός συνόλου γεγονότων με χρονολογική σειρά η εκδήλωση θα αρχίσει με το ιστορικό της εξέγερσης του Πολυτεχνείου
  2. ιατρική η καταγραφή όλων των ασθενειών και της εξέλιξης της υγείας ενός ασθενούς ή μιας οικογένειας ο γιατρός εξέτασε τον ασθενή και πήρε το ιστορικό του
  3. πληροφορική η καταγραφή όλων των αλλαγών που έχουν γίνει σε μια σελίδα ενός βικι-εγχειρήματος

kivumishi ιστορικό · ιστορικά · ιστορικού · ιστορικών

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του ιστορικός
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ιστορικός

Kwa Kiingereza

  • history record or narrative description of past events

Zungumza kuhusu neno hili

Nukuu
MLA

"ιστορικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ιστορικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C

Chicago

"ιστορικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ιστορικό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}