κάθοδος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κάθοδος¹

  • ˈka.θo.ðos

Where it comes from

κάθοδος < αρχαία ελληνική κάθοδος < κατά (κάθ-) + ὁδός

: για τον όρο της φυσικής < λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική cathode < αρχαία ελληνική κάθοδος

noun κάθοδος · κάθοδοι · καθόδου · καθόδων · κάθοδο · καθόδους

  1. η πορεία με κατεύθυνση προς τα κάτω ή προς τη θάλασσα
  2. η πορεία με κατεύθυνση προς τον νότο
  3. μονόδρομος στον οποίο τα οχήματα κινούνται (συνήθως) από υψηλότερο προς χαμηλότερο σημείο
  4. φυσική το αρνητικό ηλεκτρόδιο στη διαδικασία της ηλεκτρόλυσης
  5. η συμμετοχή ενός υποψηφίου στις εκλογές

Opposite: άνοδος

Κάθοδος²

Where it comes from

Κάθοδος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Κάθοδος

  1. ανδρικό όνομα

Thesaurus

noun

Opposite: άνοδος

Talk about this word

Cite this
MLA

"κάθοδος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%B8%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κάθοδος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%B8%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82

Chicago

"κάθοδος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%B8%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κάθοδος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%B8%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}