άνοδος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
άνοδος
Where it comes from
άνοδος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄνοδος < ἀνά (άν-) + ὁδός
: αναρρίχηση ιεραρχικά < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική ascencion
: αύξηση σε κλίμακα < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική montée
: φυσική < λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική anode < αρχαία ελληνική ἄνοδος
noun άνοδος · άνοδοι · ανόδου · ανόδων · άνοδο · ανόδους
- ανέβασμα, ανύψωση, πορεία προς τα πάνω Το ένα ρεύμα κυκλοφορίας ενός δρόμου διπλής κατεύθυνσης
-
μετάβαση σε ανώτερη βαθμίδα ιεραρχίας
Similar: αναρρίχηση · Opposite: πτώση
- η αύξηση σε κλίμακα η θερμοκρασία θα παρουσίασει άνοδο
- η αύξηση της δύναμης, της επιρροής, της ακτινοβολίας ενός κράτους, ενός πολιτισμού, μιας ιδεολογίας κλπ
- θετικός πόλος του ηλεκτρικού ρεύματος
Opposite: κάθοδος
Thesaurus
noun
Opposite: κάθοδος
Talk about this word "άνοδος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. άνοδος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82 "άνοδος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {άνοδος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}