άνοδος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

άνοδος

Where it comes from

άνοδος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄνοδος < ἀνά (άν-) + ὁδός

: αναρρίχηση ιεραρχικά < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική ascencion

: αύξηση σε κλίμακα < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική montée

: φυσική < λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική anode < αρχαία ελληνική ἄνοδος

noun άνοδος · άνοδοι · ανόδου · ανόδων · άνοδο · ανόδους

  1. ανέβασμα, ανύψωση, πορεία προς τα πάνω Το ένα ρεύμα κυκλοφορίας ενός δρόμου διπλής κατεύθυνσης
  2. figuratively, μεταφορικά μετάβαση σε ανώτερη βαθμίδα ιεραρχίας

    Similar: αναρρίχηση · Opposite: πτώση

  3. για μεγέθη η αύξηση σε κλίμακα η θερμοκρασία θα παρουσίασει άνοδο
  4. figuratively, μεταφορικά η αύξηση της δύναμης, της επιρροής, της ακτινοβολίας ενός κράτους, ενός πολιτισμού, μιας ιδεολογίας κλπ
  5. φυσική θετικός πόλος του ηλεκτρικού ρεύματος

Opposite: κάθοδος

Thesaurus

noun

Opposite: κάθοδος

Talk about this word

Cite this
MLA

"άνοδος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

άνοδος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82

Chicago

"άνοδος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άνοδος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}